Line-up:
Κώστας (φωνή)
Νίκος (κιθάρα)
Τζίμης (μπάσσο)
Γιούλα (σαξόφωνο)
Γούλη (πλήκτρα)
Στρατής (τύμπανα)
Site: http://www.killthecat.gr/



Σε μιά περίοδο που είχαν ταυτόχρονα κυκλοφορήσει δίσκους ο Dylan και οι Black Sabbath, οι κριτικοί του Billboard παραμιλούσαν με το ελληνικό συγκρότημα που λεγόταν ''Socrates''! Το 1981 πήγαν στο Λονδίνο όπου και τους ανέλαβε ο παραγωγός των Jam, Coppersmith (είχε συνεργαστεί με Stones και Gabriel). Λίγο αργότερα συνειδητοποίησαν το «αντιεμπορικό» του ονόματός τους και μετονομάστηκαν σε Plaza.Το group περιόδευσε με τους UFO όταν πραγματοποιούσαν την αποχαιρετιστήρια περιοδεία τους σε 23 πόλεις της Αγγλίας. Oταν υπέγραψαν τότε το συμβόλαιο στη Virgin και πήραν 35.000 στερλίνες, πλήρωσαν μέχρι και τον στιχουργό του Elton John να βοηθήσει τον Τουρκογιώργη στους στίχους, πήραν ένα ρυθμικό κιθαρίστα από Γαλλία, ένα καλό σαξοφωνίστα, και …ξέμειναν από λεφτά.
Ιστορική η άρνησή τους στην μεγάλη πρόταση στη Warner έναντι 50.000 στερλίνων, η οποία όμως συνεπαγόταν και εγκατάσταση στην Αμερική. Βρισκόμαστε στο 1984 και μετά από αρκετό καιρό παραμονής στην Αγγλία ένιωθαν υπερβολικά κουρασμένοι και νοσταλγοί της πατρίδας. Επιπλέον έβλεπαν και οι ίδιοι ότι οι εποχές είχαν αλλάξει και δεν μπορούσαν να κολυμπήσουν στα νέα νερά. Προτίμησαν τα 15.000 της Virgin, κυκλοφόρησαν το δίσκο και τον άφησαν στην τύχη του. Γύρισαν στην Ελλάδα για μερικές συναυλίες και …διαλύθηκαν.
αζαν μουσική τεχνολογία στο πανεπιστήμιο Staffordshire, αλλά συνειδητοποίησαν ότι αυτό σαν καριέρα δεν τους ταίριαζε και έτσι αποφάσισαν να σχηματίσουν ένα συγκρότημα ξεκινώντας να παίζουν στο Γούλβερχαμπτον, το Μπιρμινγκχαμ και το Στάφορντ. Αρχικά η μπάντα ήταν γνωστή ως ''Pilot'' και έπαιζε τις πρώτες της συναυλίες υπό αυτό το όνομα το 2002. Όταν ήταν ακόμα στο πανεπιστήμιο, είχε μια διαφημιστική στρατηγική η οποία έμπλεκε την τοποθέτηση αυτοκόλλητων στους τοίχους του Στάφορντ που ρωτούσαν: ''Who's the Pilot?''. Ωστόσο, συνειδητοποίησαν ότι το όνομα ήταν ''πιασμένο'' από ένα σκοτσέζικο pop συγκρότημα, οπότε άλλαξαν το όνομά τους σε ''The Pride''. Τον Οκτώβρη του 2004, υπέγραψαν με μία indie δισκογραφική από το Νιούκαστλ με το όνομα Kitchenware Records. Με το που έκαναν αυτό το συμβόλαιο άλλαξαν ξανά το όνομά τους σε ''Editors''.


In Through The Out Door (1979)
Presence (1976)
Physical Graffiti (1975)
Houses Of The Holy (1973) 
Led Zeppelin IV (1971)
Led Zeppelin III (1970)







ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
Το “Τhe Clash” κυκλοφορεί τον Απρίλιο του 1977 στην Μ.Βρεττανία περιλαμβάνοντας ύμνους όπως τα “White Riot” και “I’m so bored with U.S.A” ενώ με το “Police and Thieves” επισημαίνει μια πρόωρη αναγνώριση του κοινού εδάφους μεταξύ της Punk και της Reggae.
Στο δεύτερο album “Give ‘Em Enough Rope“ που κυκλοφόρησε το 1978 το συγκρότημα βρίσκει πλέον τον ήχο εκείνο που το οδηγεί σε πεμπτουσιακές διαδρομές σαν το “Safe European Home” και το "Stay Free"
Ακολουθούν τα “Sandinista!”, το οποίο είναι ενα album με όλους τους ήχους του κόσμου και τα κλασικά πλέον “The Magnificent Seven”, “The Call Up”, “Police on My Back”, “Washington Bullets”, “Sumebody Got Murdered” και το ”Combat Rock” με τα μοναδικά hits που έκανε το συγκρότημα, "Rock the Casbah" και “Should I Stay or Should I Go”, το φοβερό "Know Your Rights", και τα “GhettoDefedant”, "Red Angel Dragnet" και "Overpowred By Funk".
Αργότερα, ο Strummer και ο Simonon που μείνανε, βγάλανε το "Cut the Crap", ένα album με πιο σκληρό ήχο και κομμάτια όπως το "Dirty Punk", το "This Is England", το "North And South" και το "Do It Now". Tο album όμως φαίνεται να έχει διαγραφεί από την επίσημη δισκογραφία των Clash, αφού κανένα τραγούδι του δεν συμπεριληφθή στη συλλογή "Clash On Broadway", της οποίας επιμελήθηκαν ο Strummer και ο Jones.
Προτεινόμενα βιβλία:
Soundtrack του Joe Strummer:






Oι ''Magic De Spell'' δημιουργήθηκαν το 1980 από τους Θοδωρή Βλαχάκη (drums), Γιώργο Σκαρλάτο (bass) και Αλέξη Κυριακάκη (vocals). Το 1981 κυκλοφόρησαν το EP "Nighmare" στην εταιρεία “Happening”. Ακολούθησε η συλλογή ελληνικών συγκροτημάτων “Happening ΄82” όπου συμμετείχαν με δύο τραγούδια (“End Of Nirvana” και “City Is Burning”). Στην συνέχεια κυκλοφόρησαν τρία album (“A Body In A Snare” , “Kiss The Mirror” και “Cpt Blind”). Το 1991 κυκλοφορεί το διπλό album “A Story (The Best And The Rest)” που αποτελεί και το κλείσιμο της αγγλόφωνης περιόδου ενώ το 1992 συμμετέχουν στο album – συλλογή “ΡΟΔΟΝ Live”. Η ελληνόφωνη περίοδος του γκρουπ άρχισε το 1993 με το album “Διακοπές Στο Sarajevo” (έχουν αποχωρήσει οι Γ. Σκαρλάτος, Α. Κυριακάκης, στα φωνητικά είναι πια ο Ηλίας Ασλάνογλου, ενώ έχει προστεθεί στο group και ο Νίκος Μαϊντάς). Τότε έγιναν ευρύτερα γνωστοί με τη διασκευή τους στο τραγούδι του Ζαμπέτα “Ο Μαθητής” και στη συνέχεια, την εποχή του πολέμου στην Γιουγκοσλαβία, χάρη στο αντιπολεμικό τραγούδι τους “Sarajevo (Φώναξε)”. Σ’αυτό και στο επόμενο LP είναι μαζί τους ο κιθαρίστας Νίκος Γεωργούλης. Στο τέλος του 1995 κυκλοφόρησαν το δίσκο “ Νιψον Ανομήματα Μη Μόναν Όψιν”. Το 1997 κυκλοφορεί το mini album “Ο Φόβος Έχει Όνομα” όπου περιέχεται η διασκευή της “Mπαταρίας” του Νικόλα Άσιμου. Το 1997 αποχωρεί ο, από το 1983 τραγουδιστής του συγκροτήματος, Ηλίας Ασλάνογλου. Τον Ιούνιο του 1998 κυκλοφορεί το “Τραμπάλα Στις Ταράτσες Ετοιμόρροπων Σπιτιών” που περιέχει το “Εμένα Οι Φίλοι Μου” σε ποίηση της Κατερίνας Γώγου από το βιβλίο της ”3 κλικ αριστερά”, με τραγουδιστή πλέον του συγροτήματος τον Κ
ώστα Βούλγαρη. Το Μάρτιο του 2000 κυκλοφορούν νέο δίσκο με τίτλο “Κόκκινο”. Μελοποιούν το ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη ”Gala” και διασκευάζουν το “Βιετνάμ γιε γιε” του Διονύση Σαββόπουλου. Το 2001 περιοδεύουν σε Ελλάδα και Κύπρο. Το 2002 η περιοδεία συνεχίζεται περιλαμβάνοντας και τη Γερμανία. Το 2004 αποχωρεί ο Νίκος Μαϊντάς και στο συγκρότημα προσχωρεί ο Αντρέας Λυγερός. Τον Μάρτιο του 2005 φεύγει από την ζωή ο Τάσος Νισσόπουλος, κιθαρίστας του γκρουπ. Στις 29 Ιουνίου 2005 γίνεται μεγάλη συναυλία στο θέατρο Λυκαβηττού για τα 25 χρόνια του συγκροτήματος ενώ μέσα στο 2005 κυκλοφορεί ο δίσκος του συγκροτήματος "Ο Τελευταίος Επιζών". Το 2006 συνεχίζουν τις συναυλίες στην Ελλάδα μαζί με τους Tsopana Rave σε ένα πρωτόγνωρο σχήμα "δύο γκρουπ επί σκηνής". Το 2007 οριστικοποιείται η σημερινή σύνθεση του συγκροτήματος και συνεχίζονται οι συναυλίες σε Ελλάδα και Κύπρο. Το 2009 κυκλοφορεί ο νέος δίσκος του συγκροτήματος με τίτλο "ΟΚ Πατέρα" και η συλλογή "Τέρμα το διάλειμμα", που περιλαμβάνει δίσκους από την αγγλόφωνη και της ελληνόφωνη περίοδο του γκρουπ.
Line up: Steve Harley (vocals)
Jean-Paul Crocker (guitar)
Paul Jeffreys (bass)
Milton Reame-James (keyboards)
Οι ''Siouxsie And The Banshees'' ήταν ένα αγγλικό post-punk συγκρότημα που σχηματίστηκε το 1976 από την τραγουδίστρια Siouxsie Sioux και τον μπασίστα Steven Severin. Ξεκινώντας από την punk-rock σκηνή, το συγκρότημα γρήγορα εξελίχθηκε για να δημιουργήσει ''μια μορφή post-punk παραφωνίας γεμάτη τολμηρή ρυθμική και πειραματισμό σε γρήγορο ήχο''. Οι Times χαρακτήρισαν τους ''Siouxsie And The Banshees'' ως ''μία από τις πιο τολμηρές και τις πιο ασυμβίβαστες περιπέτειες της post-punk σκηνής''.


Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΜΠΑΝΤΑΣ
Ο Joe Strummer (John Graham Mellor) γεννήθηκε στις Αυγούστου του 1952 και πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε οικοτροφείο. Λίγο αφότου έκλεισε τα 20, έφτιαξε ένα συγκρότημα γεννημένο στους δρόμους του Λονδίνου, τους 101'ers. Πριν καταλήξει στο Λονδίνο όπου έφτιαξε τους 101'ers, ο Strummer πήγε σε μία σχολή Καλών Τεχνών αφότου τέλειωσε το σχολείο (όπως συνηθιζόταν τότε), αλλά τα παράτησε μετά την αυτοκτονία του μεγάλου του αδελφού David - με τον οποίο είχαν κόψει κάθε επαφή επειδή είχε πάει με το Ναζιστικό Μέτωπο. Έτσι άρχισε να περιπλανιέται στην Ευρώπη όπως είχε κάνει πριν χρόνια ο αγαπημένος του Αμερικάνος τραγουδοποιός Woody Guthrie. Παράλληλα, ο Mick Jones (γεννημένος στις 26 Ιουνίου του 1955), ηγούνταν ενός hard rock συγκροτήματος, τους London SS. Σε αντίθεση με τον Strummer (που το έσκασε από την πλούσια οικογένειά του και μεταξύ μας καλά έκανε) ο Jones εμφανίστηκε από το παρασκήνιο της εργατικής τάξης στο Brixton. Στην εφηβεία του, είχε ενθουσιαστεί με το rock n' roll και έφτιαξε τους London SS με πρόθεση να δώσει μια απάντηση στο hard-driving ήχο των Mott the Hoople and Faces.
μπήκε στους London SS, οι οποίοι μετ' ονομάστηκαν σε Clash.
Tην εποχή εκείνη ο Strummer ζούσε ως καταληψίας σε ένα κοινοτικό σπίτι και ο Jones μοιραζόταν το ίδιο διαμέρισμα με την γιαγιά του. Οι συνθήκες δεν θα μπορούσαν να είναι καταλληλότερες και έτσι άρχισαν να γράφουν στίχους γεμάτους έχθρα, ένδεια και πικρία για το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Το όνομά τους κατοχυρώθηκε μετά από την πρόταση του Simonon να χρησιμοποιήσουν το όνομα Clash, επειδή αναφερόταν πολύ στις εφημερίδες και πίστευε ότι ταίριαζε με τα πιστεύω τους. Τα υπόλοιπα γεγονότα μέχρι την έκδοση του πρώτου τους album που ηχογραφήθηκε μέσα σε τρία Σαββατοκύριακα, αποτελούν πια μέρος της μουσικής ιστορίας.
"Ως μείγμα από τελείως διαφορετικές προσωπικότητες” γράφει ο συγγραφέας Lenny Kaye “οι Clash ήταν η τέλεια μπάντα, που όλος ο πολιτικός ζήλος και ο απτόητος ιδεαλισμός της εξερράγησαν μέσω της μουσικής έκφρασης τους” ενώ ο ίδιος ο Joe Strummer, ένα μόλις μήνα πριν τον θανατό του το 2002, είχε δηλώσει για τις συναυλίες τους και για την κοινή τους πορεία ότι “ήταν κάτι σαν επίδειξη πυροτεχνημάτων. Κάτι σαν ψυχεδελικό χτύπημα από κεραυνό, κάτι σαν απροσδιόριστο χρώμα”.
Kάτι σαν αυτό το απερίγραπτο που όσα χρόνια κι αν περάσουν σε καθηλώνει και σε συναρπάζει, σαν να είναι η πρώτη φορά που τρέχεις να προλάβεις το "Train in vain" στο σταθμό του, για να σε ταξιδέψει στις τότε εποχές που η μουσική δεν ήταν μαζική παραγωγή αλλά μαζική επανάσταση.
Το “Τhe Clash” κυκλοφορεί τον Απρίλιο του 1977 στην Μ.Βρεττανία περιλαμβάνοντας ύμνους όπως τα “White Riot” και “I’m so bored with U.S.A” ενώ με το “Police and Thieves” επισημαίνει μια πρόωρη αναγνώριση του κοινού εδάφους μεταξύ της Punk και της Reggae.
Στο δεύτερο album “Give ‘Em Enough Rope“ που κυκλοφόρησε το 1978 το συγκρότημα βρίσκει πλέον τον ήχο εκείνο που το οδηγεί σε πεμπτουσιακές διαδρομές σαν το “Safe European Home” και το "Stay Free"
Τον Δεκέμβριο του 1979 κυκλοφορεί το “London Calling” που έμελλε να είναι όχι μόνο το σημείο αναφοράς των Clash αλλά και όλης της δεκαετίας που ακολούθησε. Το LP είναι διπλό αλλά πωλείται στην τιμή του ενός, ως τρανό δείγμα της ιδεολογίας του group να μην αποσκοπεί σε οικονομικά οφέλη,
αλλά να προσπαθεί να δώσει στους θαυμαστές του όσο το δυνατόν περισσότερη και δωρεάν μουσική. Η δισκογραφική τους εταιρεία απέτησε οι Clash να μην πάρουν τίποτα από τις πρώτες 500.000 πωλήσεις του "London Calling".
Ακολουθούν τα “Sandinista!”, το οποίο είναι ενα album με όλους τους ήχους του κόσμου και τα κλασικά πλέον “The Magnificent Seven”, “The Call Up”, “Police on My Back”, “Washington Bullets”, “Sumebody Got Murdered” και το ”Combat Rock” με τα μοναδικά hits που έκανε το συγκρότημα, "Rock the Casbah" και “Should I Stay or Should I Go”, το φοβερό "Know Your Rights", και τα “Ghetto Defedant”, "Red Angel Dragnet" και "Overpowred By Funk".

Αργότερα, ο Strummer και ο Simonon που μείνανε, βγάλανε το "Cut the Crap", ένα album με πιο σκληρό ήχο και κομμάτια όπως το "Dirty Punk", το "This Is England", το "North And South" και το "Do It Now". Tο album όμως φαίνεται να έχει διαγραφεί από την επίσημη δισκογραφία των Clash, αφού κανένα τραγούδι του δεν συμπεριληφθή στη συλλογή "Clash On Broadway", της οποίας επιμελήθηκαν ο Strummer και ο Jones.
Η κιθάρα του StrummerΟ Jones μετά τους Clash έφτιαξε του Big Audio Dynamite, ένα συγκρότημα στο οποίο συνδυάζονταν punk rap funk, ενώ o Strummer προσπάθησε α φτιάξει κάποια άλλα σχήματα τα οποία δεν είχαν επιτυχία και ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο. Έπαιξε σε διάφορες ταινίες και έγραψε αρκετά soundtrack, τα οποία έχουν πάρει καλές κριτικές. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του έφτιξε του Joe Strummer & The Mescaleros, ένα latin rock punk μείγμα, με τους οποίους έβγαλε 3 album (το τελευταίο τους album "Streetcore" εκδόθηκε ενώ είχε πεθάνει). Ο Simonon ασχολήθηκε με τη μουσική όπως έκανε πριν τους Clash, και περίπου εδώ και 1-2 χρόνια έχει φτιάξει τους The Good The Bad And The Queen. O Topper Headon δεν μπόρεσε να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά και μάλιστα συνελλήφθη για αποδοχή κοπλιμαίων λίγο μετά αφότου τον έδιωξαν οι Clash. Μπήκε φυλακή για 15 μήνες. Τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται σε συνοικιακά club.




Προτεινόμενα βιβλία:
Soundtrack του Joe Strummer:




